γωρυτός

γωρῡτός, ( AP6.34 (Rhian.)),
A quiver,

ἀπὸ πασσάλου αἴνυτο τόξον αὐτῷ γωρυτῷ Od.21.54

, cf. Lyc.458, AP6.34 (Rhian.), J.BJ3.5.5, Luc.Herc.1, Q.S.3.35;

γ. πλήρεις ὀϊστῶν Anon.

ap. Suid., cf.EM244.7; wrongly expld. as bow-case, Apollon.Lex., Eust.1898.21.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γωρυτός — γωρυτός, ο (Α) 1. φαρέτρα 2. θήκη τόξου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαία και σπάνια λ. με την οποία δηλωνόταν πιθ. η κοινή αρχικά θήκη για το τόξο και τα βέλη με αποτέλεσμα αργότερα η λ. γωρυτός να σημαίνει τόσο «φαρέτρα» όσο και «θήκη τόξου». Πρόκειται πιθ. για …   Dictionary of Greek

  • γωρυτός — γωρῡτός , γωρυτός quiver masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Gorytos — A gorytos (Greek: γωρυτός, Latin: gorytus) designated in Antiquity a bow case for a short recurve, or Scythian, bow. Usually the gorytos would allow to store the full quiver, with bow and arrows.Many gorytos were highly decorated. Some have been… …   Wikipedia

  • Gorytos — Guerrerro escita con un gorytos. Un gorytos (en griego: γωρυτός, latín: gorytus), designaba en la antigüedad el carcaj de un arco recurvo corto, o arco escita. Por lo general, el gorytos permitiría almacenar el carcaj lleno, con arco y flechas.… …   Wikipedia Español

  • CORYTOS — apud Papinium Statium, l. 4. Theb. v. 269. trux laevâ sonat arcus et aspera plunus Terga, Cydonaea corytos arundine pulsat: pro pharetra, uti capit Lutatius. Et sic Maro, l. 10. Aen. v. 169. Coritique leves humeris, et letifer arcus. Alias theca… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • χωρυτός — ὁ, Α θήκη τόξου. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. τού γωρυτός*] …   Dictionary of Greek

  • γωρυτοῦ — γωρῡτοῦ , γωρυτός quiver masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γωρυτούς — γωρῡτούς , γωρυτός quiver masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γωρυτῷ — γωρῡτῷ , γωρυτός quiver masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γωρυτόν — γωρῡτόν , γωρυτός quiver masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.